Stanley Cohen passed away on 7 January 2013 at the age of 70 in London. For this, Stan’s intellectual and political ethic, we should continue to fight.

Thank you again, Stan, and thanks to our colleague and comrade Professor Stratos Georgoulas for this contribution. See the English, Greek, Spanish, Slovenian, Finnish, Lithuanian, and German versions below – also thanks to the EG National representatives for the translations.


Social frustration across Europe, the expansion of neo-fascism, and an orthodoxy of “realism” that leaves us with no air for hope and at the same time a deafening silence from the academy. What is it? Six years after his death, this question will help to revisit Stan Cohen’s legacy, work that has left its mark on radical criminological and sociological thinking.

It was in the late 1960s when Stan, along with other pioneers and young researchers, found themselves in Berkeley, California, deciding to begin working on a scientific stream of critical sociology in the study of crime and social control. A few years later, at the age of 30, Stan Cohen published the renowned book ‘Folk Devils and Moral Panics’ (1972), in which he introduced the concept of the moral panic to explain how rigid repressive policies are legitimized in the social field by dominant media discourses. In the following years, this particular train of thought – and those affiliated with it – were attacked by the academic establishment. Many lost their jobs and were unemployed; others have been “surrendered” to a stream of left-wing realism. In any case the career of these individuals was characterized by honesty, doubt and marginalization.

In the final few years of his life, Cohen raised a question through his publication on the relationship between scientific skepticism and political commitment. The simplified view of the question is what Cohen himself experienced and recorded in this article, but I imagine it is quite common in our field today. In an attempt to harm Cohen’s dual belief – in being a sociologist and socialist in England – for which many marginalized him. They called him a “professor” at the political party, and socialist/trade unionist/non-sociologist at the University. In the first case, the need for constant controversy made him susceptible to the criticism of some insignificant ones, specifically that his writing was difficult to understand for non-academic audiences. In fact, the real criticism was, of course, that he was not a “controlled”, indestructible organ. However, the second criticism is interesting; his “colleagues” at the University – as they could not judge the essence of his work – instead criticized his political and trade union engagement which, according to his critics, diminished the importance of his work. This double attack becomes ludicrous when you hear it from a distance, but when it is experienced, you know it has material consequences.

The essential aspect of this matter is not ludicrous; it also gives me a working hypothesis to explain why, when there is global social unrest, University professors (with relatively few exceptions) seldom stand at the level of the circumstances. The dipole of the question is often not experienced as a single reality, but is divided into two separate worlds. Scientific skepticism does not please the political and administrative elite, which determines both the prestige and the material rewards of researchers-intellectuals. The easy way out is to have a left political commitment (as a vote, a friend or even a member), while your scientific work is determined by a framework of the reproduction of the established knowledge. You may appear talking about the future of the left but also to write without questioning anything, reproducing instead populist issues – those which the market wants you to study. That so called “left” intelligentsia is easily recognized when reading its scientific articles and books, not from a membership card or signature in support of a left party before elections.

Real left intellectualism is scientifically consistent, honest, and as Cohen has noted, it must be characterized by the following: Challenges to the dominant scientific examples; conceptual categories and methods of research; and not to follow those that are simply “fashionable”. Recognize the great “enemies” and attack them for deconstruction. Such is the expansive positivism, the determinism, the reification, the supposed “neutrality” of science, and the refusal of politics in science. Claiming a new social structure that can be characterized by opponents as romantic, utopian and politically irresponsible, but in essence history has shown that it is not only desirable but also a conclusive necessity.

Feuerbach’s 11th(*)became a “t-shirt slogan” and everyone forgot the ten previous ones. Yes, the question is to change the world, but this presupposes, as Marx himself said, to give the right content to philosophy, to turn it into a revolutionary theory. Theory becomes the driving force of history when it becomes a guide to revolutionary action.

Political commitment only when combined with scientific skepticism in academia can be true, sincere, and socially rewarded. Ethical and political positions should also be clear in the scientific field: the commitment to contribute to the reformulation of the scientific and political agenda for the benefit of people’s needs. Of course, we should know that such a position is likely to be punished by the establishment, both in academia and the state. We all remember the murder of our two American colleagues in El Salvador those who were studying the Junta’s social injustice. Murderers crushed their brains and the tools of their work, computers and typewriters because they considered them dangerous. But the alternative is to be false – no matter how much you try to hide it, is finally revealed.

(*) The philosophers have only interpreted the world, in various ways; the point is to change it (K. Marx 1845).


Κοινωνικός αναβρασμός σε όλη την Ευρώπη, μαύρα σύννεφα ενός νεοφασιστικού ρεύματος, μια ορθοδοξία του υπαρκτού ρεαλισμού που δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις αέρα ελπίδας και ταυτόχρονα μια εκκωφαντική σιωπή από την ακαδημία. Αλήθεια τι γίνεται; Στο ερώτημα αυτό θα βοηθήσει ,να ξαναδιαβάσουμε τον Stan Cohen 6 χρόνια μετά το θάνατό του, ο οποίος άφησε το στίγμα του στη δημιουργία της ριζοσπαστικής εγκληματολογικής σκέψης και της προώθησης της στον ευρωπαϊκό χώρο.

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν ο Stan μαζί με άλλους πρωτοπόρους και νεαρούς ερευνητές βρέθηκαν στο Μπέρκλευ της Καλιφόρνιας αποφασίζοντας να βοηθήσουν στη θεσμοποίηση στην Ευρώπη, ενός επιστημονικού ρεύματος κριτικής κοινωνιολογίας στο χώρο της μελέτης του εγκλήματος και του κοινωνικού ελέγχου. Λίγα χρόνια αργότερα ο Stan Cohen εκδίδει σε ηλικία μόλις 30 ετών το βιβλίο του Folk Devils and Moral Panics (1972), στο οποίο εισάγει την έννοια του ηθικού πανικού για να εξηγήσει τον τρόπο που αυστηρές κατασταλτικές πολιτικές νομιμοποιούνται στο κοινωνικό πεδίο από τον κυρίαρχο λόγο των ΜΜΕ. Στα χρόνια που πέρασαν, το συγκεκριμένο επιστημονικό ρεύμα και οι φορείς του δέχθηκαν μεγάλη επίθεση από την κατεστημένη τάξη στον ακαδημαϊκό χώρο. Αρκετοί έχασαν τη δουλειά τους και έμειναν άνεργοι, άλλοι αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν – για να μπορέσουν να ζήσουν ίσως – δημιουργώντας το ρεύμα του αριστερού ρεαλισμού. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που είναι κατανοητό είναι ότι η καριέρα των συγκεκριμένων ατόμων χαρακτηρίστηκε από ειλικρίνεια, αμφιβολία και περιθωριοποίηση.

Τα τελευταία χρονια της ζωης του ο Cohen έθεσε ένα ερώτημα μέσα από μια δημοσίευση του, για τη σχέση επιστημονικού σκεπτικισμού και πολιτικής στράτευσης. Η απλουστευμένη οπτική του ερωτήματος είναι αυτή που βίωσε και ο ίδιος ο Cohen και το κατέγραψε σε αυτό το άρθρο, αλλά φαντάζομαι ότι, συναντάται αρκετά συχνά και στον χώρο μας σήμερα. Στην προσπάθεια να διατηρήσει ο Cohen την διπλή πίστη στο να είναι κοινωνιολόγος και σοσιαλιστής στην Αγγλία, κακοπροαίρετοι άλλοι, τον περιθωριοποιούσαν. Το έλεγαν «καθηγητή» στο κόμμα, και σοσιαλιστή – συνδικαλιστή – μη κοινωνιολόγο στο Πανεπιστήμιο. Στην πρώτη περίπτωση η ανάγκη για συνεχή αμφισβήτηση στη γραμμή από τα πάνω, τον έκανε επιρρεπή στην κριτική κάποιων ασήμαντων , ότι τα λεγόμενα του είναι ακαταλαβίστικα από τα «λαϊκά στρώματα». Στην ουσία βέβαια η πραγματική κριτική ήταν ότι δεν ήταν «ελεγχόμενος», πειθήνιο όργανο. Ενδιαφέρον όμως έχει η δεύτερη κριτική καθώς δεν μπορούσαν να κρίνουν επί της ουσίας το έργο του, «συνάδελφοι» του στο Πανεπιστήμιο – πραγματικά ασημαντότητες επιστημονικά, τον έκριναν εκτός αντικειμένου. Επίσης, κατέκριναν το γεγονός της πολιτικής και συνδικαλιστικής του στράτευσης, η οποία – σύμφωνα με τους επικριτές του – μείωνε τη σημασία του έργου του. Το να δημοσιεύει σε αριστερά πολιτικά έντυπα δεν ήταν αρκούντως επιστημονικό, όσο το να δημοσιεύει σε καθώς πρέπει εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας. Η διπλή αυτή επίθεση είναι πραγματικά γελοία, όταν την ακούς από μακρυά, όταν όμως βιώνεται, έχει υλικές, ουσιαστικές συνέπειες.

Η ουσιαστική όμως πλευρά του ερωτήματος δεν είναι καθόλου γελοία, αλλά προσωπικά μου δίνει και μια υπόθεση εργασίας για να εξηγήσω γιατί ενώ όλος ο κόσμος βράζει, οι καθηγητές Πανεπιστημίου δεν θα σταθούν (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων) στο ύψος των περιστάσεων. Το δίπολο του ερωτήματος συχνά, δεν βιώνεται ως μια ενιαία πραγματικότητα, αλλά διαχωρίζεται ως δυο ξεχωριστοί κόσμοι. Ο επιστημονικός σκεπτικισμός δεν ευχαριστεί την πολιτική και διοικητική ελίτ, η οποία και καθορίζει την απονομή του κύρους αλλά και την υλική επιβράβευση των ερευνητών– διανοούμενων. Οπότε συχνά εμφανίζεται το φαινόμενο της πολιτικής στράτευσης σ’ ένα κόμμα της αριστεράς, ενώ ταυτόχρονα η επιστημονική εργασία καθορίζεται από ένα πλαίσιο αναπαραγωγής της κατεστημένης γνώσης. Έτσι δηλαδή μπορείς να εμφανίζεσαι ως ψηφοφόρος ή και φίλα προσκείμενος ενός «αριστερού» κόμματος και ταυτόχρονα το επιστημονικό σου έργο, όχι μόνο να μην αμφισβητεί ή και να αμφιβάλλει για τον κυρίαρχο από τα κατεστημένα κανάλια γνώσης, λόγο, επί του γνωστικού σου αντικειμένου, αλλά να συμμετέχει στην παραγωγή αντίστοιχου έργου, όταν η διανόηση προσεγγίζει την αγορά. Μπορείς να εμφανίζεσαι ως αριστερός, να μιλάς για το μέλλον της αριστεράς αλλά ταυτόχρονα να γράφεις χωρίς να αμφισβητείς τίποτα, απλά να αναπαράγεις τα θέματα που είναι τρέντυ στην εποχή μας και να διοικείς εφαρμόζοντας τους νόμους- με χαρά, στους οποίους – στα κομματικά όργανα, εναντιώνεσαι.

Η γιαλαντζί «αριστερή» διανόηση αναγνωρίζεται εύκολα όταν διαβάζεις τα επιστημονικά άρθρα και βιβλία και όχι αν έχεις κάρτα μέλους ή υπογράφεις υπέρ ενός κόμματος πριν τις εκλογές. Η πραγματική αριστερή διανόηση είναι επιστημονικά συνεπής, ειλικρινής και όπως κατέγραψε ο Cohen πρέπει να χαρακτηρίζεται από τα εξής :

1. Αμφισβήτηση στα κυρίαρχα επιστημονικά παραδείγματα, εννοιολογικές κατηγορίες και μεθόδους έρευνας, και όχι ακολουθούμε ότι είναι «της μόδας».

2. Αναγνώριση των μεγάλων «εχθρών» και επίθεση για την αποδόμηση τους. Τέτοιοι είναι ο άκρατος θετικισμός, ο ντετερμινισμός, η πραγμοποίηση, η δήθεν «ουδετερότητα» της επιστήμης και η άρνηση της πολιτικής στην επιστήμη (πχ όταν ένας καθηγητής λέει στο μάθημα του, «εδώ δεν κάνουμε πολιτική»)

3. Διεκδίκηση μιας νέας δομής η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί από τους αντιπάλους ως ρομαντική, ουτοπική και πολιτικά ανεύθυνη, αλλά στην ουσία η ιστορία έχει δείξει ότι όχι μόνο είναι επιθυμητή αλλά και δυνατή.

Και εκεί ξαφνικά βλέπεις πως ο χυδαίος και γραφικός αυτοαποκαλούμενος κεντρώος που σιχαίνεται τα άκρα και ο γιαλαντζί αριστερός διανοητής συνδέονται και διαμορφώνουν το μεγάλο εξουσιαστικό μπλοκ του κενού. Τους ενώνει η αναπαραγωγή του ίδιου, του ηγεμονικού, του εφήμερου, του σημερινού. Τους ενώνει η ανάγκη να εξουδετερώσουν κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης στον επιστημονικό τους τομέα, να πρωτεύσουν ως προς τις προσπάθειες να εμφανιστεί μια παντοδυναμία του κατεστημένου της γνώσης και να αφαιρέσουν κάθε ένδειξη του αναπόφευκτου της αλλαγής παραδείγματος. Η καινοτομία από απόκλιση (κατά Ντυρκεμ) έγινε πλαίσιο ευρωπαϊκών προγραμμάτων, η κριτική από γενεσιουργός της γνώσης έγινε είτε πεπαλαιωμένη και ξεπερασμένη οπτική, είτε απλά συμπληρωματική.

Η ενδέκατη θέση για το Φόιερμπαχ έγινε μπλουζάκι και όλοι ξεχνάνε τις δέκα προηγούμενες. Ναι, το ζήτημα είναι να αλλάξεις τον κόσμο, αλλά αυτό προϋποθέτει, όπως έλεγε και ο ίδιος ο Κάρολος, να δώσουμε το σωστό περιεχόμενο στη φιλοσοφία, να τη μεταβάλουμε σε επαναστατική θεωρία. Τότε η θεωρία γίνεται κινητήρια δύναμη της ιστορίας, όταν μεταβληθεί σε οδηγό για την επαναστατική πράξη.

Η πολιτική στράτευση μόνο όταν συνδυάζεται με τον επιστημονικό σκεπτικισμό, στο χώρο της ακαδημίας μπορεί να είναι αληθής, ειλικρινής και μόνο τότε επιβραβεύεται κοινωνικά. Η ηθική και η πολιτική θέση θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη και στο επιστημονικό χώρο, η δέσμευση ότι θα συμβάλεις στην επαναδιατύπωση της επιστημονικής και της πολιτικής ατζέντας προς όφελος των λαϊκών αναγκών. Βέβαια, θα πρέπει να ξέρεις ότι μια τέτοια θέση πιθανόν θα τιμωρηθεί από το κατεστημένο, τόσο το ακαδημαϊκό (με τιμωρία που θα ξεκινά από μια απλή στασιμότητα μέχρι και πειθαρχικό, με πάμπολλες υπόγειες προσβλητικές κρίσεις για το έργο σου, από άτομα τόσο μακριά από εσένα όσο – για παράδειγμα – ένας φυσικός από έναν κοινωνιολόγο) όσο και από την εξουσία. Στη συλλογική μνήμη των κριτικών κοινωνικών επιστημόνων που ασχολούνται με το εγκληματικό φαινόμενο έχει μείνει η δολοφονία δυο αμερικανών συναδέλφων στο Ελ Σαλβαδόρ που μελετούσαν την κοινωνική αδικία της χούντας. Τους σύνθλιψαν τον εγκέφαλο και τα εργαλεία της δουλειάς τους, κομπιούτερ και γραφομηχανές γιατί αυτά θεώρησαν ως επικίνδυνα. Η εναλλακτική όμως είναι χειρότερη. Να είσαι ψεύτικος, και όσο και αν προσπαθείς να το κρύβεις, στο τέλος να αποκαλυφθεί. Και τώρα είναι μια τέτοια στιγμή.

ESCEPTICISMO CIENTÍFICO Y COMPROMISO POLÍTICO. EN MEMORIA DE STAN COHEN (Stratos Georgoulas – Universidad del Egeo. Traducción de Dani Jiménez & Ale Forero)

Frustración social en toda Europa, nubarrones de neo-fascismo, una ortodoxia “realista” que nos deja sin aire de esperanza y a la vez impone el silencio ensordecedor de la academia. ¿Qué está ocurriendo? Esta pregunta nos ayuda a revisar el legado de Stan Cohen seis años después de su muerte, una obra que ha dejado su huella en el pensamiento criminológico radical.

Fue en la década de 1960 cuando Stan, junto a otros pioneros y jóvenes investigadores de Berkeley (California), decidió comenzar a estudiar el delito y el control social en una corriente científica de la sociología crítica. Unos años después, a la edad de 30 años, Stan Cohen publicó el gran libro Folk Devils and Moral Panics (Demonios Populares y Pánicos Morales – 1972), en el que acuña el concepto de pánico moral para explicar cómo el discurso hegemónico de los medios de comunicación legitima socialmente el endurecimiento de las políticas represivas. En los años siguientes, el establishment académico se revolvió contra quienes trabajaban en este particular enfoque. Muchos perdieron sus empleos, otros se “rindieron” a la tendencia del realismo de izquierdas. En cualquier caso, las carreras de estas personas se caracterizaron por la honestidad, la duda y la marginalidad.

En los últimos años de su vida, su artículo sobre la relación entre el escepticismo científico y el compromiso político generó un serio debate. La cuestión resumía la experiencia personal que Cohen registró en ese trabajo, aunque imagino que se trata de algo muy común en la actualidad. Intentando castigar a Cohen por su doble condición de sociólogo y socialista en Inglaterra, muchos le marginaron. Lo llamaban “profesor” en el partido político y socialista, sindicalista o no-sociólogo en la Universidad. En el primer caso, su constante necesidad de controversia generaba una crítica recurrente: sus palabras eran difíciles de entender por la “gente común” – aunque el verdadero ataque se debía a su condición de miembro “incontrolable” e indestructible. La segunda crítica es más interesante: sus “colegas” de la Universidad – que no podían juzgar la esencia de su obra- criticaban un compromiso político y sindical que, según los más críticos, devaluaba su trabajo académico. Este doble ataque resulta realmente ridículo si se observa desde cierta distancia, pero quien lo sufre conoce sus efectos materiales.

No obstante, el aspecto esencial de este asunto no tiene nada de ridículo, pues también ofrece una hipótesis de trabajo para explicar por qué el profesorado universitario no está a la altura de las circunstancias en el actual contexto de malestar social global – salvo una excepción minoritaria. El quid de la cuestión no se suele vivir como una única realidad, sino que se divide en dos mundos separados. El escepticismo científico no complace a la élite política y administrativa que decide el prestigio y las recompensas materiales de investigadores e intelectuales. La salida fácil es mantener un compromiso político de izquierda – el voto, la amistad o incluso el carné -, mientras tu trabajo científico se limita a reproducir los conocimientos establecidos. Puedes hablar del futuro de la izquierda mientras escribes sin cuestionar nada, tan solo reproduciendo los temas de moda que el mercado quiere que estudies. A la llamada “intelectualidad de izquierda” se la reconoce por sus artículos científicos y sus libros antes que por su carné o su firma de apoyo a una candidatura electoral.

El verdadero intelectual de izquierda es científicamente coherente y honesto. Como señalara Cohen, debe desafiar los modelos científicos, las categorías conceptuales y los métodos de investigación dominantes, renunciando a seguir la “moda”. Debe reconocer a sus grandes “enemigos” y luchar para deconstruirlos. Entre esos enemigos se encuentra el positivismo extremo, el determinismo, la reificación, la presunta “neutralidad” de la ciencia y la despolitización. Su reivindicación de una nueva estructura social podrá ser tachada de romántica, utópica y políticamente irresponsable por sus opositores, pero la historia ha demostrado que no hablamos de una opción deseable sino de una necesidad imperiosa.

La tesis 11 sobre Feuerbach(*) se convirtió en un lema de camiseta y todo el mundo olvidó las diez anteriores. Sí, el objetivo es cambiar el mundo, pero esto implica – como afirmó el propio Marx -, dar a la filosofía el contenido adecuado para convertirla en una teoría revolucionaria. La teoría se convierte en una fuerza impulsora de la historia cuando se emplea como guía para la acción revolucionaria.

El compromiso político en el ámbito académico sólo puede ser verdadero, sincero y socialmente recompensado cuando se combina con el escepticismo científico. Las posiciones éticas y políticas también deben ser claras en el campo científico: un compromiso que contribuya a reformular la agenda científica y política en beneficio de las necesidades de las personas. Por supuesto, debemos ser conscientes de que esa posición será castigada por el establishment, la academia y el estado. Todos recordamos el asesinato en El Salvador de nuestros colegas que estudiaban la injusticia social de la Junta. Los asesinos aplastaron sus cerebros, sus herramientas de trabajo, sus equipos y sus máquinas de escribir porque los consideraban peligrosos. Pero la alternativa es mucho peor. La impostura siempre acaba en evidencia, por mucho empeño que se ponga en ocultarla.

(*) Los filósofos no han hecho más que interpretar de diversos modos el mundo, pero de lo que se trata es de transformarlo (K. Marx, 1845).

ZNANSTVENI SKEPTICIZEM IN POLITIČNA ZAVEZANOST. ZA STAN COHENA (Stratos Georgoulas, Egejski Univerzi. Prevedel Katja Simončič)

Družbena frustracija po Evropi, širitev neofašizma in ortodoksnost »realizma«, ki duši upanje, oobenem pa oglušujoča tišina akademske sfere. Kaj je to? Šest let po njegovi smrti naj to vprašanje pomaga pri ponovnem vpogledu v zapuščino Stan Cohena, dela, ki je pustilo pečat radikalni kriminološki in sociološki misli.

V poznih šestdesetih letih se je Stan, skupaj z nekaterimi drugimi mladimi raziskovalci v Berkeleyu, Kaliforniji, začel ukvarjati z znanstvenim raziskovanjem kritične sociologije na področju zločina in družbenega nadzora. Nekaj let kasneje, pri svojih 30ih letih je Stan Cohen napisal Folk Devils and Moral Panics (1972), kjer je predstavil koncept moralne panike, s katerim je želel ponazoriti, kako prevladujoč medijski diskurz legitimira rigidne represivne politike. V naslednjih nakaj letih je akademska sfera napadla te ideje in posameznike povezane z njimi. Številni so izgubili službe; drugi so bili prepuščeni toku levičarskega realizma. Tako ali drugače pa so bile kariere teh posameznikov zaznamovane z iskrenostjo, dvomom in marginalizacijo.

V zadnjih nekaj letih svojega življenja je Cohen odprl vprašanje o odnosu med znanstvenim skepticizmom in politično zavezanostjo. Poenostavljen pogled na vprašanje je Cohen sam izkusil in zabeležil v omenjenem članku, vendar pa gre za vprašanje, ki je na našem področju dela prav tako relevantno tudi danes. Cohenu, ki je v Angliji veljal tako za sociologakot socialista, zaradi česar so ga številni marginalizirali, so želeli škodovati tako, da so ga v okviru politične stranke naslavljali kot “profesorja”, na Univerzi pa kot socialističnega sindikalista in ne kot sociologa. V okviru prve oznake je bil deležennekaterih manj pomembnih kritik kot je naprimer ta, da je bilo njegovo pisanje težko razumljivo za laične bralce. V resnici jih je motilo to, da Cohen ni bil “nadzorovan”, neuničljiv organ. Druga kritika pa je zanimiva; njegovi “kolegi” na univerzi niso mogli kritizirati njegove misliin so namesto tega kritizirali njegovo politično in sindikalno udejstvovanje, za katero so ocenjevali, da zmanjšuje pomen njegovega dela. Ta dvojni napad morda zveni absurden, vendar pa je imel za Cohena tehtne posledice.

Jedro problema prav gotovo ni absurdno; daje mi delovno hipotezo, s katero poskušam pojasniti, da univerzitetni profesorji, v času globalnih družbenih nemirov, z nekaterimi izjemami, redko ostajajo na ravni okoliščin. Vprašanje pogosto ni doživeto kot ena resničnost, temveč je razdelejno na dva ločena svetova. Znanstveni skepticizem ne ustreza politični in administrativni eliti, ki določa tako prestiž kot materialne nagrade raziskovalcev oziroma intelektualcev. Najlažja pot je ta, da posameznik zavzame levo politično opcijo (kot volivec, prijatelj ali celo član), medtem ko njegovo znanstveno delo ostajav okvirjih reprodukcije že uveljavljenega znanja. Medtem, ko se zdi, da posameznik govori o prihodnosti levice, dejansko piše, ne da bi karkoli prespraševal in reproducirapopulistična vprašanja, ki jih kot relevantna določa trg. Pripadnike tako imenovane “leve” inteligence je mogoče zlahka prepoznati ob branju znanstvenih člankov in knjig, ne pa zaradi njihovih članskih izkaznic ali podpisov v podporo levi stranki pred volitvami.Resnični levi intelektualizem je znanstveno dosleden, pošten, zaznamuje ga, kot navaja Cohen, zoperstavljanje prevladujočim znanstvenim primerom, konceptom in metodam raziskovanja in ne zgolj zasledovanje tega, kar v določenem trenutku šteje za modno. Potrebno je prepoznati velike “sovražnike” in jih napasti s ciljem razčlenitve. Takšen je ekspanzivni pozitivizem, determinizem, reifikacija, domnevna “nevtralnost” znanosti in zavračanje politike v znanosti. Obenem se je potrebno zavzeti za novo družbeno strukturo, ki jo nasprotniki označujejo kot romantično, utopično in politično neodgovornočeravno je zgodovina pokazala, da ni le zaželena, ampak tudi nujno potrebna.

Medtem, koso vsi pozabili na deset sloganov, ki so prišli pred tem, je Feuerbachov 11(*).postal slogan, ki ga tiskajo na majice. Da, vprašanje se vrti okoli tega, da je potrebno spremeniti svet, vendar to predpostavlja, kot je rekel sam Karl, da filozofija potrebuje pravo vsebino, da jo je potrebno spremeniti v revolucionarno teorijo. Teorija postane gonilna sila zgodovine, ko postane vodilo revolucionarnega delovanja.

Politična zavezanost je lahko resnična, iskrena in družbeno nagrajena le kadar je zvezana z znanstvenim skepticizmom v akademskih krogih. Obenem pa bi morala biti etična in politična stališča jasna tudi na znanstvenem področju in sicer v obliki zavezanosti k preoblikovanju znanstvenih in političnih ciljev v korist večine. Seveda se je potrebno zavedati, da je zelo verjetno, da bi bilo tovrstno stališče kaznovano s strani uveljavljenih krogov, tako v akademskem svetu kot s strani države. Vsi se spominjamo umora naših dveh ameriških kolegov iz Salvadorja, ki sta preučevaladružbene krivice, ki jih je zagrešila Junta. Morilci so jima razbili lobanje in orodja s katerimi sta delala, računalnike in pisalne stroje, ker so jih šteli za nevarne. Toda alternativa je slabša. Lažnost – ne glede na to, kako zelo se jo trudimo prikriti, je na koncu vedno razkrita.

(*) Filozofi so svet interpretirali le na različne načine; bistvo je, da ga spremenite (K. Marx, 1845).


Yhteiskunnallinen turhautuminen halki Euroopan, uusfasismin mustat pilvet, meidät ilman toivoa jättävä vallitseva ”realismin” oikeaoppisuus ja samanaikainen korviahuumaava hiljaisuus akatemiasta. Mistä tässä on kyse? Nyt, kuusi vuotta Stan Cohenin kuoleman jälkeen, tämä kysymys auttaa meitä palaamaan hänen jättämänsä perinnön ääreen, työn, joka on jättänyt jälkensä radikaaliin kriminologiseen ajatteluun.

Kalifornian Berkeleyssä 1960-luvun lopulla Stan sekä muut pioneerit ja nuoret tutkijat päättivät aloittaa työskentelyn kriittisen sosiologian parissa, keskittyen erityisesti rikollisuuden ja sosiaalisen kontrollin tutkimukseen.Muutama vuosi myöhemmin, Stan Cohen julkaisi 30-vuotiaana merkittävän teoksen ”Folk Devils and Moral Panics” (1972), jossa hän otti käyttöön moraalipaniikin käsitteen selittääkseen, kuinka vallitsevaa mediadiskurssia käytetään legitimoimaan joustamattomia ja sortavia toimintatapoja yhteiskunnassa. Seuraavien vuosien aikana, akateeminen eliitti on hyökännyt tätä ajattelutapaa ja sen toimijoita vastaan. Useat menettivät työnsä, monet ”luovuttivat” ja siirtyivät vasemmistorealismiin. Joka tapauksessanäiden yksilöiden uraa ovat kuvailleet rehellisyys, epäilys ja marginalisoituminen.

Viimeisinä elinvuosinaan Cohen nosti julkaisussaan esille kysymyksen tieteellisen skeptismin sekä poliittisen sitoutumisen suhteesta toisiinsa. Yksinkertainen näkemys tästä kysymyksestä on se, mitä Cohen itse koki ja tallensi tähän artikkeliin, mutta kuvittelisin, että tämä kysymys on suhteellisen yleinen alallamme edelleen. Yrityksenä vahingoittaa Cohenin vakaumusta olla sekä sosiologi että sosialisti Englannissa, moni väheksyi häntä. He kutsuivat häntä ”professoriksi” poliittisella kentällä ja sosialistiksi, ammattiyhdistysmieheksi sekä epäsosiologiksi yliopistolla. Ensimmäisessä tapauksessa, tarve jatkuvalle väittelylle asetti hänet alttiiksi tiettyjen merkityksettömien muiden esittämälle kritiikille siitä, että ”tavallisen kansan” on vaikea ymmärtää hänen sanojaan. Itse asiassa, oikea kritiikki oli tietenkin se, ettei hän ollut ”kontrolloitu” häviämätön äänenkannattaja. Kuitenkin, toinen kritiikki on kiinnostava; hänen ”kollegansa” yliopistolla – kun eivät voineet kritisoida hänen työnsä ydintä – kritisoivat hänen sitoutumistaan politiikkaan sekä ammattiliittoon, mikä, hänen kriitikoidensa mukaan, vähensi hänen työnsä merkitystä. Tämä tuplahyökkäys on naurettava, kun sen kuulee etäisyyden päästä, mutta kun sen kokee, tietää, että sillä on materiaalisia seurauksia.

Kuitenkaan tämän asian perimmäinen olemus ei ole naurettava; se myös antaa minulle työhypoteesin sen selittämiseen, miksi globaalin yhteiskunnallisen levottomuudenaikakautena yliopistojen professorit eivät muutamia poikkeuksia lukuun ottamatta nouse olosuhteiden vaatimalle tasolle. Kysymyksen kenttää ei useinkaan koeta yhtenä todellisuutena, vaan se jaetaan kahteen erilliseen maailmaan. Tieteellinen skeptismi ei miellytä poliittista tai hallinnollista eliittiä, joka määrittää tutkijaintellektuellien arvovallan ja materiaaliset palkinnot. Helppo tapa ulos tästä pulmasta on sitoutua vasemmistoon (äänestämällä, ystävän kautta tai itse puolueen jäsenenä) ja samalla määrittää tieteellinen työ etabloituneen tiedon jälleentuottamisen kehyksen kautta. Tällöin saattaa esiintyä vasemmiston tulevaisuuden puolesta puhuen, samalla jatkaen kirjoittamista ilman että kyseenalaistaa mitään, vain jälleentuottaen kaikki nykypäivän trendikkäät aiheet, joita markkinat haluavat tutkittavan. Tämä niin sanottu ”vasen” älymystö on helposti tunnistettavissa luettaessa sen tieteellisiä artikkeleita ja kirjoja, ei niinkään jäsenkortista tai allekirjoituksesta vasemmistopuolueen kannattamiseksi ennen vaaleja.

Todellinen vasemmistointellektuelli on tieteellisesti johdonmukainen ja rehellinen, sekä kuten Cohen on huomauttanut, tälle tunnusomaista tulee olla se, että ensinnäkin haastaa vallalla olevat tieteelliset esimerkit, käsitteelliset kategoriat sekä tutkimusmetodit, eikä vain seuraa ”muodikkaita” tutkimusaiheita. Toiseksi, tunnistaa suuret ”viholliset” ja hyökätä niitä vastaan ne dekonstruoimalla. Näitä vihollisia ovat äärimmäinen positivismi, determinismi, reifikaatio, tieteen oletettu ”neutraalisuus”, sekä poliittisuuden kieltäminen tieteestä. Kolmanneksi, vaatii uutta yhteiskunnallista rakennetta, jota vastustajat kuvailisivat romanttiseksi, utopistiseksi ja poliittisesti vastuuttomaksi, josta kuitenkin historia on osoittanut, ettei se ole ainoastaan haluttavaa vaan myös ratkaisevasti välttämättömyys.

Yhdennestoista teesi Feuerbachista(*) päätyi ”teepaitojen sloganiksi” ja kaikki unohtivat kymmenen aikaisempaa. Kyllä, kysymys on maailman muuttamisesta, mutta kuten Karl itse sanoi, tämä edellyttää sitä, että filosofialle annetaan oikea sisältö, jotta se voidaan muuttaa vallankumoukselliseksi teoriaksi. Teoriasta tulee historiaa eteenpäin viemä voima, kun siitä tulee tiennäyttäjä vallankumoukselliselle toiminnalle.

Vain poliittinen sitoutuminen yhdistettynä tieteelliseen skeptismiin voi olla todenmukaista, vilpitöntä ja sosiaalisesti palkittua. Eettinen ja poliittinen positio tulisi myös olla itsestään selvä tieteellisellä kentällä: sitoutuminen tieteellisen ja poliittisen agendan uudelleenmuotoiluun osallistumiseen ihmisten tarpeiden edistämiseksi. Tietysti, meidän tulisi tietää, että eliitti, niin akateeminen kuin valtiollinen, todennäköisesti rankaisee sellaisesta positiosta. Me kaikki muistamme juntan sosiaalista epäoikeudenmukaisuutta tutkineiden kahden amerikkalaisen kollegamme murhat El Salvadorissa. Murhaajat tuhosivat heidän aivonsa sekä työkalunsa, tietokoneet sekä kirjoituskoneet, koska pitivät niitä vaarallisina. Mutta vaihtoehto on huonompi. Epäaitous, riippumatta siitä kuinka paljon sitä pyrkii peittelemään, paljastuu aina lopulta.

(*) Filosofit ovat tulkinneet maailmaa vain eri tavoin; Tarkoituksena on muuttaa sitä (K. Marx 1845).


Europos mastu paplitęs socialinis nusivylimas, juodieji neonacizmo debesys, ortodoksinis „realizmas“ užgniaužia viltį, o akademinė bendruomenė kurtinančiai tyli. Ką tai reiškia? Prabėgus šešeriems metams po Stanley Coheno mirties, šiuo klausimu kviečiu atsigręžti į jo palikimą – darbus, ženkliai paveikusius radikalią kriminologinę mąstyseną.

20 a. 7–ojo dešimtmečio pabaigoje Stanley Cohenas su kitais pradininkais ir jaunais tyrėjais atsidūrė Kalifornijoje, Berklyje ir nutarė plėtoti nusikaltimų ir socialinės kontrolės tyrimus, pasitelkę kritinę kriminologinę perspektyvą. Po kelerių metų, trisdešimtmetis Stanley Cohenas išleido reikšmingą knygą „Liaudies velniai ir moralinės panikos“ (angl. „Folk Devils and Moral Panics“, 1972), kurioje pasitelkęs moralinės panikos sampratą aiškino, kaip socialiniame lauke dominuojantis medijų diskursas legitimuoja nelanksčius, represyvius viešuosius sprendimus. Vėliau akademinis elitas puolė tokį mąstymo būdą ir jį skelbiančius autorius. Vieni neteko savo pareigų ir tapo bedarbiais, kiti pasidavė kairiojo realizmo srovei. Bet kuriuo atveju šių individų karjerą žymėjo nuoširdumas, abejonė ir marginalumas.

Paskutiniais gyvenimo metais Cohenas savo publikacijose kėlė klausimą apie santykį tarp mokslinio skepticizmo ir politinio įsitraukimas. Supaprastintai, šį klausimą atspindi tai, ką patyrė ir savo straipsnyje aprašė pats Cohenas, bet, mano nuomone, šiandien tai gana paplitę mūsų veikloje. Norėdami įžeisti Coheno dvigubą įsipareigojimą – būti sociologu ir būti socialistu Anglijoje – daugelis jį marginalizavo. Politinėje partijoje jį pašaipiai vadino „profesoriumi“, o universitete – socialistu, profsąjungininku ir nesociologu. Pirmu atveju, Coheno nuolatinis poreikis iškelti prieštaravimus suteikė neįtakingiems asmenims progą kritikuoti jį už žodžius, kuriuos per sunku suprasti „paprastiems žmonėms“. Tikroji šios kritikos priežastis, be abejo, buvo tai, kad jis nebuvo lengvai kontroliuojamas, nekintamas narys. Tačiau ypač įdomus yra antrasis kritikos atvejis. „Kolegos“ universitete, negalėdami įvertinti jo darbų esmės, kritikavo Coheno įsitraukimą į politinių judėjimų ir profesinių sąjungų veiklą, kuri neva menkino jo darbų vertę. Stebėtojams iš šalies toks dvigubas puolimas skamba absurdiškai, tačiau tie, kam tenka tokia patirtis, jaučia tiesiogines ir labai apčiuopiamas pasekmes.

O kertinė šio reikalo ašis nėra absurdiška. Ji taip pat leidžia man iškelti darbinę hipotezę, aiškinančią, kodėl vykstant pasauliniams socialiniams sąjūdžiams universitetų profesoriai (su retomis išimtimis) neatsiduria aplinkybių sūkuryje. Atsakymas į šį klausimą yra dvigubas – vientisa patyrimo tikrovė dažnai suskyla į du skirtingus pasaulius. Mokslinis skepticizmas netenkina politinio ir administracinio elito, kuris nustato tyrėjų–intelektualų prestižą ir materialinius atlygius. Paprasta išeitis – palaikyti kairiąsias nuostatas politikoje (balsuojant, palaikant draugiškus ryšius ar net tampant partijos nariu), o mokslinį darbą talpinti į nustatytų žinių reprodukcijos rėmus. Gali sudaryti įspūdį, kad rūpiniesi kairės ateitimi, ir tuo pačiu metu rašydamas mokslinius tekstus vengti bet kokios abejonės, gromuliuoti madingas šių dienų problemas, kurias tyrinėti skatina rinka. Taip vadinama „kairioji“ inteligentija lengvai atpažįstama iš savo mokslinių straipsnių ir knygų, o ne iš narystės kortelių ar parašų, palaikančių kairiąsias partijas prieš rinkimus.

Tikrieji kairieji intelektualai yra moksliškai nuoseklūs, sąžiningi ir, kaip teigė Cohenas, turi pasižymėti tokiomis savybėmis: abejone dominuojančiais moksliniais pavyzdžiais, sampratomis ir tyrimo metodais, ir nepasidavimu „madingoms“ temoms. Būtina atpažinti ir pulti dekonstruoti didžiuosius „priešininkus“. Tai – ekstremalus pozityvizmas, determinizmas, reifikacija, apsimestinis neutralumas moksle ir mokslininkų atsiribojimas nuo politikos. Būtina siūlyti naują socialinę struktūrą, kurią oponentai gali vadinti romantiška, utopiška ar politiškai neatsakinga, tačiau istoriškai įrodyta, kad ji ne tik pageidaujama, bet ir neginčytinai reikalinga.

Feuerbacho 11–oji(*) tezė tapo „šūkiu ant marškinėlių“, o apie likusią dešimtį visi užmiršo. Taip, keliamas klausimas apie tai, kaip pakeisti pasaulį, bet to prielaida kaip teigė pats Karlas – suteikti atitinkamą turinį filosofijai, paversti ją perversmo verta teorija. Teorija tampa istorijos varomąja jėga, kai ja gali kliautis revoliucinė veikla.

Tik kartu su akademine moksline abejone įmanomas tikras, nuoširdus, socialiai vertinamas politinis įsitraukimas. O ir moksle turi būti aiškios etinės bei politinės nuostatos: įsipareigojimas reformuoti mokslinę ir politinę dienotvarkę taip, kad ji atlieptų žmogiškus poreikius. Žinoma, tiek universiteto, tiek valstybės dominuojantis elitas gali už tokią poziciją bausti. Visi atsimename, kaip Salvadore buvo nužudyti du kolegos, tyrę valdančios chuntos socialinį neteisingumą. Žudikai sutraiškė jų smegenis ir darbo įrankius – kompiuterius ir spausdinimo mašinėles – nes nutarė, kad jie pavojingi. Bet alternatyva dar blogesnė. Apgaulė, net ir labai gerai slepiama, visada išaiškėja.

(*) Filosofai tik interpretavo pasaulį įvairiais būdais; tikslas yra jį pakeisti (K. Marx 1845).

WISSENSCHAFTLICHER SKEPTIZISMUS UND POLITISCHES ENGAGEMENT. Für stan cohen (stratos georgoulas – universität der aegean. Übersetzt von Andrea Beckman)

Soziale Frustration überall in Europa, neo-faschistische schwarze Wolken, eine Orthodoxie des ’ Realismus’ welche keine Luft für Hoffnung läβt und, zur gleichen Zeit, da ist eine betäubende Stille von der Akademie. Was ist los ? Diese Frage erlaubt einem Stan Cohen’s Vermächtnis wieder zu begegnen, sechs Jahre nach seinem Tod, ein Werk welches seinen Stempel auf radikalem kriminologischem Denken hinterlassen hat.

In den späten 1960er Jahren war Cohen gemeinsam mit anderen Pionieren und jungen Wissenschaftlern, in Berkley, Californien. Sie entschieden sich mit dem Aufbau eines wissenschaftlichen Bereiches der kritischen Soziologie, des Studiums der Kriminalität und der Sozialen Kontrolle, anzufangen.

Ein paar Jahre später, im Alter von 30 Jahren, veröffentlichte Stan Cohen das grossartige Buch ‘Folk Devils and Moral Panics’ (1972) in welchem er das Konzept der ‘moral panic’ entwickelt, um zu erklären wie rigide und repressive Politik durch dominante Media-representationen im sozialen Feld gerechtfertigt werden.

In den folgenden Jahren wurde diese Denkweise und ihre Representanten von dem akademischen Establishment angegriffen. Viele verloren ihren Job und wurden arbeitslos; andere wurden dem Strom des links-lehnendem Realismus ‘unterworfen’. Auf jeden Fall waren die Karrieren dieser Individuen von Ehrlichkeit, Zweifel und Marginalisation gekennzeichnet.

In den letzten Jahren seines Lebens beschäftigte Stan Cohen eine Frage welche er in einer Veröffnentlichung über die Beziehung zwischen wissenschaftlichem Skeptizismus und politischem Engagement behandelte. Das vereinfachte Verständnis dieser Frage bezieht sich auf Cohens eigenen Erlebnisse welche er in seinem Artikel aufzeichnete aber ich denke es ist etwas was heutzutage weit verbreitet ist.

Die doppelte Űberzeugung von Cohen – in England ein Soziologe und ein Sozialist zu sein- wurde von vielen mit Ausgrenzung belohnt. Sie nannten ihn den ‘Professor’ in der politischen Partei, und sozialistischer Gewerkschafter-nicht-akademiker in der Universität. Im ersten Fall machte der Bedarf für konstante Kontroverse ihn verletzlich für die Kritik einiger Unbedeutender, welche äuβerten daβ seine Worte für ‘gewöhnliche Leute’ zu schwierig wären um verstanden zu werden.

Tatsache ist daβ die wirkliche Kritik sich dagegen richtete daβ er nicht ein ‘kontrolliertes’ unzerstörbares Organ war.

Die zweite Kritik ist interessant; seine ‘Kollegen’ an der Universität –da diese den Kern seines Werkes nicht beurteilen konnten – kritisierten sein Engagement für die Politik und die Gewerkschaft da dieses, für seine Kritiker, die Bedeutung seines Werkes verringern würde.

Dieser doppelte Angriff wirkt von weitem lächerlich aber wenn er erlebt wird, hat er materielle Konsequenzen.

Der Kern dieser Begebenheiten ist nicht lächerlich, es erlaubt mir eine Arbeitshypothese aufzustellen um zu erklären warum, in einem globalen Zusammenhang sozialer Unruhen, Universitätsprofessoren (abgesehen von einigen wenigen Ausnahmen) sich nicht aktiv involvieren. Der Gegenpol dieser Frage wird oft nicht als Teil der selben Realität erlebt aber wird als Teil einer getrennten Welt wahrgenommen.

Wissenschaftlicher Skeptizismus gefällt den politischen und verwaltenden Eliten nicht und dieses bestimmt das Prestige und die materiellen Belohnungen von forschenden Intellektuellen. Der einfachste Weg aus dieser Situation ist es ein linkes politisches Engagement zu haben (als Wahlstimme, als Freund oder sogar als Mitglied) während Deine wissenschaftliche Arbeit durch den Zusammenhang der Reproduktion des etablierten Wissens bestimmt wird.

Du scheinst als ob Du über die Zukunft der Linken redest aber Du schreibst ohne etwas anzuzweifeln, Du reproduzierst die Themen die heutzutage trenden und welche der Markt fordert. Diese sogenannte “linke” Intelligentsia ist einfach an ihren wissenschaftlichen Artikeln und Büchern zu erkennen, nicht an einer Mitgliedskarte oder einer Unterschrift welche eine linke Partei im Wahlkampf unterstützt.

Wirkliche linke Intellektuelle sind in ihrer wissenschaftlichen Arbeit im Einklang mit ihren Űberzeugungen, ehrlich und, wie Cohen beschrieb, diese sollte sich durch folgendes auszeichnen:

Eine Herausforderung der dominanten wissenschaftlichen Beispiele, Konzepte und Kategorien sowie der Forschungsmethoden und nicht der Mode folgen. Erkenne die grossen “Feinde” und greife diese mit Hilfe von Dekonstruktion an. So ist es mit dem extremen Positivismus, dem Determinismus, der Verdinglichung, der angeblichen ‘Neutralität’ der Wissenschaft, und der Verweigerung der Politik in der Wissenschaft.

Es ist die Forderung nach einer neuen sozialen Struktur, von Gegnern als romantisch, utopisch und politisch unverantwortlich dargestellt, wobei in ihrem Kern die Geschichte gezeigt hat daβ dieses nicht nur erstrebenswert sondern auch eine schlüssige Notwendigkeit ist.

Die elfte These über Feuerbach(*) wurde zum T-Shirt slogan und jeder vergaβ die vorhergehenden zehn. Ja, der Punkt ist die Welt zu verändern aber daβ setzt voraus, wie Karl selbst sagte, der Philosphie den richtigen Inhalt zu geben, sie in eine revolutionäre Theorie zu verwandeln. Theorie wird dann zu der treibenden Kraft der Geschichte wenn diese eine Anleitung zur revolutionärer Aktion wird.

Politisches Engagement in der akademischen Welt kann nur ehrlich, aufrichtig sein und sozial belohnt werden, wenn es mit wissenschaftlichem Skeptizismus verbunden ist. Ethische und politische Positionen sollten auch im wissenschaftlichem Umfeld klar sein: die Űberzeugung dazu beizutragen daβ die wissenschaftliche und politische Agenda zugunsten der Bedürfnisse der Menschen reformuliert wird. Natürlich sollten wir uns bewusst sein das eine solche Position wahrscheinlich vom Establishment bestraft werden wird, sowohl in der Akademie als auch von der Seite des Staates. Wir erinnern uns an die Ermordung unserer zwei amerikanischen Kollegen in El Salvador welche die soziale Ungerechtigkeit der Junta erforschten. Die Mörder zerquetschten ihre Gehirne und die Werkzeuge ihrer Arbeit, Komputer und Schreibmaschinen da sie diese als gefährlich ansahen. Aber die Alternative ist schlimmer. Unecht sein, und egal wie Du versuchst es zu verstecken, es wird letztendlich offenbar.

(*) Die Philosophen haben die Welt nur verschieden interpretiert; es kömmt drauf an, sie zu verändern (K. Marx 1845).